Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στενή θηλυκό

  1. (αργκό) η φυλακή
    τον χώσανε στη στενή
    έκανε δυο χρόνια στη στενή
  2. (αργκό) το κρατητήριο


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

στενή

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία