Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλακίζω < ελληνιστική κοινή φυλακίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fi.la.ˈci.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

φυλακίζω (παθητικό φυλακίζομαι)

  1. κλείνω κάποιον στη φυλακή
    τον φυλάκισαν για απάτη
  2. (μεταφορικά) περιορίζω την ελευθερία κάποιου
    την έχουν φυλακίσει στην αρχειοθέτηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία