Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλαχτάρι < φυλαχτό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυλαχτάρι ουδέτερο

  1. αντικείμενο που οι άνθρωποι φέρουν πιστεύοντας ότι τους προφυλάσσει από κινδύνους, το φυλαχτό

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • Αδόκιμο στη γενική ενικού και πληθυντικού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία