Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλάσσω < αρχαία ελληνική φυλάσσω < προελληνικό *pʰulakyō

  ΡήμαΕπεξεργασία

φυλάσσω (παθητική φωνή: φυλάσσομαι)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία