προστατεύω

Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

προστατεύω < αρχαία ελληνική προστατεύω (εξουσιάζω)

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /pɾɔ.sta.ˈtɛ.vɔ/

  ΡήμαEdit

προστατεύω

  1. παρέχω προστασία, φυλάω κάποιον από κάτι κακό ή από το ενδεχόμενο να απειληθεί, φροντίζω για την ασφάλεια κάποιου εν δυνάμει ασθενέστερου, προφυλάσσω κάποιον από τυχόν κινδύνους
    • προστατεύω τα παιδιά, το σπίτι μου, την υγεία μου, τα δάση, το περιβάλλον
    • το κράτος πρέπει να προστατεύει τους πολίτες, τις καλές τέχνες, τα εγχώρια προϊόντα, τον εργαζόμενο, τις ελευθερίες
    • τα τείχη προστάτευαν τις αρχαίες πόλεις, η τέντα προστατεύει από τον ήλιο
  2. παράνομα και παρασκηνιακά υποστηρίζω κάποιον
    • Ποιοι προστατεύουν όσους προκαλούν συστηματικά προβοκάτσιες στις διαδηλώσεις;

Συγγενικές λέξειςEdit

ΣύνθεταEdit

ΑντώνυμαEdit

ΚλίσηEdit

  ΜεταφράσειςEdit