Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προστατευμένος προστατευμένη προστατευμένο
γενική προστατευμένου προστατευμένης προστατευμένου
αιτιατική προστατευμένο προστατευμένη προστατευμένο
κλητική προστατευμένε προστατευμένη προστατευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προστατευμένοι προστατευμένες προστατευμένα
γενική προστατευμένων προστατευμένων προστατευμένων
αιτιατική προστατευμένους προστατευμένες προστατευμένα
κλητική προστατευμένοι προστατευμένες προστατευμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προστατευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προστατεύω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

προστατευμένος, -η, -ο

  • Το σπίτι είναι καλά προστατευμένο: έχουμε κάγκελα, συναγερμό, σκύλο
  • 'Εζησε πάντα προστατευμένη, γιατί πρώτα την είχαν σε γυάλα οι γονείς της και μετά ανέλαβε ο άντρας της
  • προστατευμένο σπορείο/προστατευμένος' υπολογιστής
  1. δείτε τη λέξη: προστατεύω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία