Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
άσπρη τέντα (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέντα τέντες
γενική τέντας τεντών
αιτιατική τέντα τέντες
κλητική τέντα τέντες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέντα < ιταλική tenda < λατινική tenda (σκηνή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέντα θηλυκό

  1. κομμάτι, συνήθως από ειδικό ύφασμα ή πλαστικό, μαζί με έναν ειδικό μηχανισμό, για να ανοίγει και να κλείνει, που τοποθετείται μπροστά από ανοίγματα ή πάνω από χώρους ξεκούρασης και χρησιμοποιείται για προστασία από τον ήλιο ή και την βροχή
  2. ύφασμα ή πλαστικό που περιβάλλει και προστατεύει την καρότσα σε φορτηγά αυτοκίνητα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τέντα

  1. ορθάνοιχτα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία