Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προστάτης οι προστάτες
      γενική του προστάτη των προστατών
    αιτιατική τον προστάτη τους προστάτες
     κλητική προστάτη προστάτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προστάτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προστάτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προστάτης αρσενικό (θηλυκό: προστάτρια, προστάτιδα, προστάτισσα, λόγιο: προστάτις)

  1. αυτός που προστατεύει κάποιον ή κάτι
    ο Άγιος Νικόλαος είναι προστάτης των ναυτικών
  2. (κόσμια) ο νταβατζής
    δεν χρειαζόμαστε προστάτες
  3. (βιολογία) ο αδένας που ανήκει στο ανδρικό γεννητικό σύστημα
    έκανε τελικά εγχείρηση προστάτη;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
προστᾰτα-
ονομαστική προστάτης οἱ προστάται
      γενική τοῦ προστάτου τῶν προστατῶν
      δοτική τῷ προστάτ τοῖς προστάταις
    αιτιατική τὸν προστάτην τοὺς προστάτᾱς
     κλητική ! προστάτ προστάται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  προστάτ
γεν-δοτ τοῖν  προστάταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προστάτης < προ- + θέμα στα- του ἵσταμαι + -της [1]δείτε και  προΐστημι < πρό + ἵστημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προστάτης αρσενικό

  1. ηγέτης
    ※  4ος/3ος αιώνας πΚΕ - Ξενοφών, Απομνημονεύματα, Γ (X.Mem.3.4.6)
    λέγεις σύ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὡς τοῦ αὐτοῦ ἀνδρός ἐστι χορηγεῖν τε καλῶς καὶ στρατηγεῖν; λέγω ἔγωγ᾽, ἔφη, ὡς, ὅτου ἄν τις προστατεύῃ, ἐὰν γιγνώσκῃ τε ὧν δεῖ καὶ ταῦτα πορίζεσθαι δύνηται, ἀγαθὸς ἂν εἴη προστάτης, εἴτε χοροῦ εἴτε οἴκου εἴτε πόλεως εἴτε στρατεύματος προστατεύοι.
    λείπει η μετάφραση
    1. αυτός που στέκεται μπροστά από τους άλλους
    2. ο αρχηγός (πχ ενός κόμματος)
    3. ο κυβερνήτης
  2. ο προστάτης, αυτός που προστατεύει
  3. στην Αρχαία Αθήνα, κάποιος που φρόντιζε για τις νομικές υποθέσεις των μετοίκων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις πρό και ἵστημι

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία