Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προστάτης οι προστάτες
      γενική του προστάτη των προστατών
    αιτιατική τον προστάτη τους προστάτες
     κλητική προστάτη προστάτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προστάτης < αρχαία ελληνική προστάτης < προΐσταμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προστάτης αρσενικό (θηλυκό: προστάτρια, προστάτιδα, προστάτισσα, (λόγιο) προστάτις)

  1. αυτός που προστατεύει κάποιον ή κάτι
    ο Άγιος Νικόλαος είναι προστάτης των ναυτικών
  2. (κόσμια) ο νταβατζής
    δεν χρειαζόμαστε προστάτες
  3. (βιολογία) αδένας που ανήκει στο ανδρικό γεννητικό σύστημα
    έκανε τελικά εγχείρηση προστάτη;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προστάτης < προΐστημι < πρό + ἵστημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προστάτης αρσενικό

  1. αυτός που στέκεται μπροστά από τους άλλους
  2. ο αρχηγός (πχ ενός κόμματος)
  3. ο κυβερνήτης
  4. ο προστάτης, αυτός που προστατεύει
  5. στην Αρχαία Αθήνα, κάποιος που φρόντιζε για τις νομικές υποθέσεις των μετοίκων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1321