Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αδένας οι αδένες
      γενική του αδένα των αδένων
    αιτιατική τον αδένα τους αδένες
     κλητική αδένα αδένες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδένας < αρχαία ελληνική ἀδήν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈðɛ.nas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αδένας αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία