Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σλαβομακεδονικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: σλαβομακεδονικός στον πληθυντικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σλαβομακεδονικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • κωδικός γλώσσας: mk

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία