Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάλα γάλατα
γενική γάλατος γαλάτων
αιτιατική γάλα γάλατα
κλητική γάλα γάλατα
στη γενική ενικού σχηματίζει και τον τύπο: γάλακτος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάλα < αρχαία ελληνική γάλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάλα ουδέτερο, γενική: γάλακτος και γάλατος

  1. θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά από την εγκυμοσύνη και με το οποίο τρέφονται τα μικρά τους
    αγελαδινό γάλα
  2. το υγρό που υφίσταται επεξεργασία από γαλακτοβιομηχανίες για κατανάλωση ή για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων
    παστεριωμένο γάλα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

και

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική γάλα γάλακτε γάλακτα
Γενική γάλακτος γαλάκτοιν γαλάκτων
Δοτική γάλακτι γαλάκτοιν γάλαξι
Αιτιατική γάλα γάλακτε γάλακτα
Κλητική γάλα γάλακτε γάλακτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάλα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *glakt-/*galakt-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάλα ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία