Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλανός < αρχαία ελληνική γαλανός (επειδή έχει το χρώμα που παίρνει η ήρεμη θάλασσα)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γαλανός, -ή, -ό

  1. ανοιχτός γαλάζιος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλανός < γαληνός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γαλανός

  1. γαληνεμένος