Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

pale (en)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

pale (en)

  1. χλομιάζω
  2. ωχριώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pale (en)

  1. το παλούκι, ο πάσσαλος



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pale pales

pale (fr) θηλυκό

  1. το άκρο ενός κουπιού
  2. κάθε ένα από τα τμήματα ενός έλικα