Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πάσσαλος οι πάσσαλοι
      γενική του πασσάλου
& πάσσαλου
των πασσάλων
    αιτιατική τον πάσσαλο τους πασσάλους
& πάσσαλους
     κλητική πάσσαλε πάσσαλοι
όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάσσαλος < αρχαία ελληνική πάσσαλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάσσαλος αρσενικό

  • ξύλινη, μεταλλική (ή κι από άλλα υλικά) μακρόστενη κατασκευή με μυτερή άκρη, που χρησιμοποιείται για να περιφράξουμε κάτι ή γενικά στην οικοδομική
  1. χοντρό ραβδί από ξύλο ή από μέταλλο που η άκρη του είναι μυτερή
  2. παλούκι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πάσσαλος πασσάλω πάσσαλοι
Γενική πασσάλου πασσάλοιν πασσάλων
Δοτική πασσάλ πασσάλοιν πασσάλοις
Αιτιατική πάσσαλον πασσάλω πασσάλους
Κλητική πάσσαλε πασσάλω πάσσαλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάσσαλος < πήγνυμι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάσσαλος αρσενικό

  1. ξύλινο καρφί σε τοίχο για κρέμασμα αντικειμένων
  2. σφήνα για να ανοίγουν τρύπες
  3. (μεταφορικά) ανάξιος λόγου
  4. (μεταφορικά) η πόσθη
  5. πάσσαλος «οὐδὲ τῶν ἐν κήποις φεισάμενον σευτλίων [αντί τευτλίων], ὡς τὸ δὴ λεγόμενον μηδὲ πάσσαλόν μοι καταλιπεῖν» Λουκιανός «Δίκη συμφώνων» 9. 2-3