Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέος πέη
γενική πέους πεών
αιτιατική πέος πέη
κλητική πέος πέη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέος < αρχαία ελληνική πέος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέος ουδέτερο μόνο στον ενικό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συνηθισμένες ονομασίες...

Χυδαίες ονομασίες...

και τα... υπερθετικά τους...

Πιο... ουδέτερες ονομασίες...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pes-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέος ουδέτερο