Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπάρι παπάρια
γενική παπαριού παπαριών
αιτιατική παπάρι παπάρια
κλητική παπάρι παπάρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παπάρι < παπάρα + < ιταλική pappara ή τουρκική papara

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παπάρι ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) το ανδρικό μόριο
    συνώνυμα: αρχίδι
  2. ενοχλητικό αντικείμενο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία