Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψέμα ψέματα
γενική ψέματος ψεμάτων
αιτιατική ψέμα ψέματα
κλητική ψέμα ψέματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψέμα < μεσαιωνική ελληνική ψέμα < ελληνιστική κοινή ψεῦμα < αρχαία ελληνική ψεῦσμα < ψεύδω

Παρατήρηση: συχνά παρατηρείται η γραφή «ψέμμα», η οποία είναι λανθασμένη κι ετυμολογικώς αβάσιμη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψέμα ουδέτερο

  1. κάτι που λέγεται και δεν είναι αλήθεια, η συνειδητή απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. κακά τα ψέματα: όταν δεν θεωρούμε αληθινή την αιτία μιας κατάστασης
    κακά τα ψέματα. Δεν έγινε δικηγόρος για να σώζει τους αδικημένους
  2. με τα ψέματα: χωρίς να το καταλάβουμε ή χωρίς επαρκή οικονομικά ή υλικά μέσα
    δεν μπορείς να ανοίξεις μαγαζί με τα ψέματα
  3. πες το ψέματα: δήλωση προς τον συνομιλητή μας ότι θεωρούμε πολύ πιθανά τα λεγόμενά του
  4. στα ψέματα: όχι σοβαρά
    της είπα στα ψέματα πως ήμουν με τη φίλη της και εκείνη παρεξηγήθηκε
  5. τελείωσαν ή τέρμα ή σώθηκαν τα ψέματα: όταν μία κατάσταση έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο και πρέπει να ενεργήσουμε
    τέρμα τα ψέματα. Από αύριο αρχίζω δίαιτα!
  6. το ψέμα έχει κοντά ποδάρια: δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ μία κατάσταση που στηρίζεται σε ψέμα
  7. αθώο ψέμα : το χωρίς σοβαρές συνέπειες ψέμα
  8. τα κατά συνθήκη ψεύδη ή ψέματα: αυτά που λέγονται εν γνώσει μας ότι είναι ψέματα, για να μη θίξουμε ή προκαλέσουμε τον άλλον

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία