Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ψέματα ουδέτερο

  1. ψέμα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού