Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψεῦσμα ψεύσματε ψεύσματα
Γενική ψεύσματος ψευσμάτοιν ψευσμάτων
Δοτική ψεύσματι ψευσμάτοιν ψεύσμασι
Αιτιατική ψεῦσμα ψεύσματε ψεύσματα
Κλητική ψεῦσμα ψεύσματε ψεύσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψεῦσμα < ψεύδω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψεῦσμα ουδέτερο

  1. το ψέμα
    εἶπον καὶ μὴ φθονήσῃς, ἵνα εὐτυχέστατον ψεῦσμα ἐψευσμένος ὦ, ἂν φανῇς σὺ μὲν εἰδὼς καὶ Γοργίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία