Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση όπως το 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κτηματ-
ονομαστική τὸ κτῆμᾰ τὰ κτήμᾰτ
      γενική τοῦ κτήμᾰτος τῶν κτημᾰ́των
      δοτική τῷ κτήμᾰτ τοῖς κτήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ κτῆμᾰ τὰ κτήμᾰτ
     κλητική ! κτῆμᾰ κτήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κτήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  κτημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

3η κλίση - τριτόκλιτα ουδέτερα παροξύτονα ουσιαστικά οδοντικόληκτα σε , γενική -ατος

τὸ κτῆμα, τοῦ κτήματος, τὰ κτήματα, τῶν κτημάτων


Περισσότερα στο Παράρτημα

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'κτήμα'}}