Δείτε επίσης: χρώμα, χρώς

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χρῶμα χρώματε χρώματα
Γενική χρώματος χρωμάτοιν χρωμάτων
Δοτική χρώματι χρωμάτοιν χρώμασι
Αιτιατική χρῶμα χρώματε χρώματα
Κλητική χρῶμα χρώματε χρώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρῶμα < χρώννυμι / χρωννύω < χρῴζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrēw- ‎(αλέθω, τρίβω) < *gʰer- (τρίβω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρῶμα ουδέτερο

  1. το δέρμα, η επιφάνεια του σώματος, γενικά το επιφανειακό
    ἐκ τῶν χρωμάτων καὶ σχημάτων θεωρεῖν (Πλάτωνας) : το να βγάζει κάποιος συμπέρασμα επιδερμικά, επιφανειακά, από την εμφάνιση των πραγμάτων, από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και τα φαινόμενα
  2. το χρώμα, ειδικά του δέρματος , αλλά και γενικότερα
    χρώματα βάπτειν (Ζήνων)
    χρώμασι καὶ σχήμασι μιμεῖσθαι (Αριστοτέλης)
  3. το μακιγιάζ
    χρώματος ἔντριψις
  4. (στον πληθυντικό) τα χρώματα: κοσμήματα, στολίδια, ποικίλματα
  5. (μεταφορικά) το χρώμα, η ζωντάνια, η τάση, το ύφος στο λόγο
    χρώματα λέξεων, το στριφνόν, τὸ τυκνόν χρῶμα
    ποιητικῆς χρώματα
  6. (μεταφορικά) στη μουσική, η μουσική χροιά
    χρώματα εὔχροα ἐκιθάρισε
  7. (μεσαιωνική ελληνική) (πολιτική) πολιτικά κόμματα στο Βυζάντιο