Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στολίδι τα στολίδια
      γενική του στολιδιού των στολιδιών
    αιτιατική το στολίδι τα στολίδια
     κλητική στολίδι στολίδια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στολίδι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στολίδι ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία