Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στολίζω < ελληνιστική κοινή

  ΡήμαΕπεξεργασία

στολίζω

  1. κάνω διακόσμηση, προσθέτω στολίδια ή κατάλληλα αντικείμενα ώστε να γίνει πιο όμορφο ένα πράγμα, ένα μέρος
  2. ντύνω κάποιον στα καλύτερά του ρούχα, του βάζω κοσμήματα κλπ. ώστε να παρουσιάσει την καλύτερη εμφάνιση
  3. (μεταφορικά) ομορφαίνω, διανθίζω το λόγο μου ή ένα κείμενο με όμορφες λέξεις ή φράσεις

Στολίζονται

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία