Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστόλιστος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αστόλιστος

  1. ακόσμητος, άκοσμος, λιτός, γυμνός
  2. ...
  3. ...
  4. (μεταφορικά) που δεν τον έχουν βρίσει


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία