Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμφάνιση εμφανίσεις
γενική εμφάνισης
& εμφανίσεως
εμφανίσεων
αιτιατική εμφάνιση εμφανίσεις
κλητική εμφάνιση εμφανίσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμφάνιση < αρχαία ελληνική ἐμφάνισις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛɱ.ˈfa.ni.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εμφάνιση θηλυκό

  1. το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν
  2. η διαδικασία του εμφανίζω/εμφανίζομαι..
  3. το παρουσιαστικό κάποιου ατόμου, το πως φαίνεται στους άλλους
    • φοράει ότι ρούχα νάναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την εμφάνισή της
  4. η διαδικασία μετατροπής φωτογραφικού φιλμ ή άλλου φωτοευαίσθητου υλικού σε μορφή αρνητικού
    • έδωσα το φιλμ για εμφάνιση
  5. (ειδικότερα) το πρώτο στάδιο της εμφάνισης(4), πριν τη στερέωση
  6. η διαδικασία δημιουργίας φωτογραφιών από φιλμ
  7. το χημικό υλικό που χρησιμοποιείται για την εμφάνιση (5)
    • αγόρασα τρία μπουκάλια εμφάνιση και ένα στερέωση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. κάνω την εμφάνισή μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία