Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μορφή οι μορφές
      γενική της μορφής των μορφών
    αιτιατική τη μορφή τις μορφές
     κλητική μορφή μορφές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μορφή < αρχαία ελληνική μορφή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μορφή θηλυκό

  1. η εξωτερική όψη, σχήμα κάποιου πράγματος
  2. (για κείμενα) τα στοιχεία που συνθέτουν την εξωτερική όψη ενός κειμένου, σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο
    η ομοιοκαταληξία αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της μορφής στην παραδοσιακή ποίηση
  3. το πρόσωπο του ανθρώπου
    Ο Καλιγούλας είχε διατάξει να το μεταφέρουν στην Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο δίνοντάς του την μορφή του αυτοκράτορα (από το άρθρο της Βικιπαίδειας Άγαλμα του Ολυμπίου Διός)
  4. άνθρωπος με αναγνωρισμένη προσφορά σε έναν τομέα
    ο Νικόλαος Πολίτης υπήρξε σπουδαία μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία