Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μόρφωση < ελληνιστική κοινή μόρφωσις < μορφόω, δίνω μορφή ( > μορφώνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μόρφωση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία