Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίνω < αρχαία ελληνική δίδωμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

δίνω

  1. μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά)
      συνώνυμα: παραχωρώ, μεταβιβάζω, πουλώ, χαρίζω, δανείζω
    δώσε μου λίγο το μολύβι σου
    δώστε μια ελεημοσύνη
    θα δώσω το αυτοκίνητό μου στο γιο μου και θα αγοράσω καινούριο
  2. μεταβιβάζω ένα αντικείμενο που κρατώ σε κάποιον άλλον για να το κρατά αυτός
    δώσε μου τη μια βαλίτσα να σε βοηθήσω
  3. προσφέρω
    ένα κοριτσάκι έδωσε στην καλεσμένη μια ανθοδέσμη
  4. παραχωρώ
    δίνω τη θέση μου στο λεωφορείο σε έναν ηλικιωμένο
  5. (για χειρονομίες) κάνω την ενέργεια που δηλώνει το ουσιαστικό που ακολουθεί
    δίνω ένα φιλί (φιλώ)
    • (για χτυπήματα) χτυπώ κάποιον με, καταφέρω
      δίνω γροθιά, μπουνιά, κλοτσιά, σφαλιάρα κλπ

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία