Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπόσχομαι < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

υπόσχομαι

  1. διαβεβαιώνω, δίνω τον λόγο μου ότι θα πραγματοποιήσω κάτι
    Υπόσχομαι ότι θα πάω στην θεία μου σήμερα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία