Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἐκνευρίζω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκνευρίζω < αρχαία ελληνική ἐκνευρίζω < ἐκ + νεῦρον ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική énerver)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛk.nɛv.ˈɾi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκνευρίζω (παθητική φωνή: εκνευρίζομαι)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία