Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

irritate (en)

  1. ερεθίζω (προκαλώ θυμό)
  2. ερεθίζω (προκαλώ ερεθισμό σε έναν οργανισμό)