Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νευριάζω < προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον

  ΡήμαΕπεξεργασία

νευριάζω

  • προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον
    η κόρη του αντιδρά σε ό,τι της λέει και τον νευριάζει!

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία