Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νευριάζω < προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον

  ΡήμαΕπεξεργασία

νευριάζω 1 προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον:η κόρη του αντιδρά σε ό,τι της λέει και τον νευριάζει!

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία