Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νεύρο τα νεύρα
      γενική του νεύρου των νεύρων
    αιτιατική το νεύρο τα νεύρα
     κλητική νεύρο νεύρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεύρο < αρχαία ελληνική νεῦρον (τένοντας)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νεύρο ουδέτερο

  1. (ανατομία) λεπτός και επιμήκης κυλινδρικός ιστός που συνδέει τον εγκέφαλο με τα όργανα του σώματος, μεταφέροντας από αυτά τα ερεθίσματα που δέχονται και, αντίστροφα, μεταφέροντας προς αυτά τις εντολές που δίνει εγκέφαλος
  2. ο τένοντας
  3. λεπτές ίνες που διατρέχουν τα φύλλα και τους καρπούς των φυτών
  4. (μεταφορικά) η ζωτική δύναμη, η ζωντάνια
    περπατούσε ζωηρά, με νεύρο
  5. (μεταφορικά, στον πληθυντικό) η κατάσταση που βιώνει κανείς όταν είναι εκνευρισμένος
    σήμερα είμαι όλο νεύρα και δεν ξέρω τι μου φταίει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • με χτυπάει στα νεύρα, μου δίνει στα νεύραδείτε την έκφραση: μου τη δίνει
  • τα νεύρα μου τσατάλιακρόσσια): νευρίασα πολύ, μου έσπασε τα νεύρα, με τσάτισε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία