Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζωντάνια οι ζωντάνιες
      γενική της ζωντάνιας
    αιτιατική τη ζωντάνια τις ζωντάνιες
     κλητική ζωντάνια ζωντάνιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωντάνια < ζωντανός + -ια

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zɔ.ˈnda.ɲa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζωντάνια θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. το να είναι κάποιος ζωντανός, να έχει δηλαδή μια ενεργητικότητα, μια έντονη δραστηριότητα
  2. ζωηράδα, ζωηρότητα, φρεσκάδα
  3. (μεταφορικά) το να φαίνεται κάτι σαν ζωντανό και παραστατικό, να προκαλεί έντονη εντύπωση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία