Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τένοντας < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τένοντας αρσενικό

  • δέσμες ινώδη ιστού που συνδέουν τους μύες με τα οστά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία