Ετυμολογία

επεξεργασία
νεύρα < νεύρο

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

νεύρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. εκνευρισμός, θυμός
    τον έχουν πιάσει νεύρα

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία