Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυμός θυμοί
γενική θυμού θυμών
αιτιατική θυμό θυμούς
κλητική θυμέ θυμοί
Απαντάται κυρίως στον ενικό

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θυμός < αρχαία ελληνική θυμός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θi.ˈmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θυμός αρσενικό

  1. ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις
    Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του
    Άσε κάτω τους θυμούς κι έλα να μιλήσουμε λογικά
    2. Όταν μια κατάσταση ή ένα γεγονός μας γεμίζει με μια έντονη αίσθηση μίσους και αντιπάθειας. Παράδειγμα :1. Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Πλήγωσες τα αισθήματα του και τον έκανες να έχει θυμό. 2.Θυμώνω για μία άδικη κατάσταση που συμβαίνει.

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

α...ω

Κατηγορίες

-θυμος

-θυμία

-θυμώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θυμός θυμώ θυμοί
Γενική θυμοῦ θυμοῖν θυμῶν
Δοτική θυμ θυμοῖν θυμοῖς
Αιτιατική θυμόν θυμώ θυμούς
Κλητική θυμέ θυμώ θυμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θυμός < πρωτοελληνική tʰūmós (καπνός, αναπνοή, ψυχή) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰuh₂mós ‎(καπνός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θυμός αρσενικό

  • πνοή
  • ψυχή
    ... πολλὰ δ' ὅ γ' ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ... Οδύσσεια, α4

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία