Δείτε επίσης: ἕδρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έδρα οι έδρες
      γενική της έδρας των εδρών
    αιτιατική την έδρα τις έδρες
     κλητική έδρα έδρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έδρα < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἕδρα < ἔδος / ἕζομαι < πρωτοελληνική *heďďomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séd-ye- < *sed-
(έδρα οργανισμού) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική siège

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'ɛ.ðɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έδρα θηλυκό

  1. κάθισμα, θέση, βάση
  2. το γραφείο του δασκάλου στη σχολική αίθουσα
  3. το επίκεντρο
    πολλοί θεωρούν την καρδιά ως την ἐδρα των συναισθημάτων
  4. (βουλή) η κατοχή της βουλευτικής ιδιότητας
    μετά τις καταγγελίες εναντίον του έχασε τη βουλευτική έδρα του
  5. (αθλητισμός) το γήπεδο που ανήκει σε μια ομάδα
  6. (οργανισμοί) η πόλη στην οποία στεγάζονται οι κεντρικές υπηρεσίες ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κλπ
  7. Αγία Έδρα: το Βατικανό
  8. (γεωμετρία) κάθε μια από τις επίπεδες επιφάνειες ενός στερεού σώματος
    Ο κύβος έχει έξι έδρες.
  9. (ανατομία) (ανθρώπινο σώμα) ο πρωκτός
  10. (μηχανολογία) το σημείο στήριξης μηχανικών μερών
     συνώνυμα: έδρανο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία