Arrows blue.png Δείτε επίσης: βάσει

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βάση οι βάσεις
      γενική της βάσης
& βάσεως
των βάσεων
    αιτιατική τη βάση τις βάσεις
     κλητική βάση βάσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάση < αρχαία ελληνική βάσις < βαίνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷem-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈva.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάση θηλυκό

  • το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης
* η βάση του ποτηριού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία