Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική το στερεό τα στερεά
γενική του στερεού των στερεών
αιτιατική το στερεό τα στερεά
κλητική στερεό στερεά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στερεό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: στερεός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στερεό ουδέτερο

  1. (φυσική) σώμα που βρίσκεται σε στερεά κατάσταση
  2. κάθε υλικό αντικείμενο που βρίσκεται σε κατάσταση στερεού (1) και δεν είναι εύπλαστο ή ελαστικό
  3. (μαθηματικά) γεωμετρικό σχήμα τριών διαστάσεων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

στερεό