Δείτε επίσης: στέρεος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική στερεός στερεή στερεό
γενική στερεού στερεής στερεού
αιτιατική στερεό στερεή στερεό
κλητική στερεέ στερεή στερεό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στερεοί στερεές στερεά
γενική στερεών στερεών στερεών
αιτιατική στερεούς στερεές στερεά
κλητική στερεοί στερεές στερεά
Το θηλυκό εμφανίζεται και με τη λόγια μορφή: στερεά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στερεός < αρχαία ελληνική στερεός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στερεός, -ή/-ά, -ό

  1. σχετικός με τη μία κατάσταση της ύλης (οι άλλες δύο είναι η υγρή και η αέρια)· χαρακτηρίζεται από μικρή κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα σώματα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση να έχουν σταθερό όγκο και σχήμα
    η στερεά κατάσταση, τα στερεά σώματα
    • στερεά τροφή: για τρόφιμα που δεν είναι υγρά ούτε πολτός
  2. σταθερός, ανθεκτικός, ακλόνητος, στέρεος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στερεός < ἵστημι[1][2]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στερεός

  1. στερεός

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία