Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στρυφνός η στρυφνή το στρυφνό
      γενική του στρυφνού της στρυφνής του στρυφνού
    αιτιατική τον στρυφνό τη στρυφνή το στρυφνό
     κλητική στρυφνέ στρυφνή στρυφνό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στρυφνοί οι στρυφνές τα στρυφνά
      γενική των στρυφνών των στρυφνών των στρυφνών
    αιτιατική τους στρυφνούς τις στρυφνές τα στρυφνά
     κλητική στρυφνοί στρυφνές στρυφνά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρυφνός < αρχαία ελληνική, αβέβαιης ετυμολογίας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /stɾifˈnos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /stɾifˈni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /stɾifˈno/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στρυφνός, -ή, -ό

  1. ιδιότροπος, κακότροπος
     αντώνυμα: καλότροπος, μειλίχιος
  2. (μεταφορικά) περίπλοκος, δυσνόητος
     αντώνυμα: σαφής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία