Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδιότροπος < ελληνιστική κοινή ἰδιότροπος < ἴδιος + τρόπος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιδιότροπος, -η, -ο

  1. που εμφανίζει χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες στη συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ιδιαίτερα απαιτητικός και συχνά να γίνεται δυσάρεστος ή να ενοχλείται εύκολα από τους άλλους

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία