Δείτε επίσης: ίδιος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἴδιος ἰδία ἴδιον ἴδιοι ἴδιαι ἴδια
Γενική ἰδίου ἰδίας ἰδίου ἰδίων ἰδίων ἰδίων
Δοτική ἰδίῳ ἰδίᾳ ἰδίῳ ἰδίοις ἰδίαις ἰδίοις
Αιτιατική ἴδιον ἰδίαν ἴδιον ἰδίους ἰδίας ἴδια
Κλητική ἴδιε ἰδία ἴδιον ἴδιοι ἴδιαι ἴδια
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἰδίω ἰδία
Γενική-Δοτική ἰδίοιν ἰδίαιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἴδιος < *ϝhέδιος < (< ἐέ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *se) + παραγωγική κατάληξη‎ -διος)[1] • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἴδιος

  1. ιδιαίτερος
  2. ιδιωτικός
  3. ιδιόμορφος, ιδιόρρυθμος
  4. ασυνήθιστος
  5. ίδιος
  6. (ουσιαστικοποιημένο)
    1. οἱ ἴδιοι: οι οικείοι
    2. ἰδία: η πατρίδα, η χώρα καταγωγής
    3. τὰ ἴδια: οι ιδιωτικές υποθέσεις

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «ίδιος» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία