Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ιδιωτικός η ιδιωτική το ιδιωτικό
      γενική του ιδιωτικού της ιδιωτικής του ιδιωτικού
    αιτιατική τον ιδιωτικό την ιδιωτική το ιδιωτικό
     κλητική ιδιωτικέ ιδιωτική ιδιωτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ιδιωτικοί οι ιδιωτικές τα ιδιωτικά
      γενική των ιδιωτικών των ιδιωτικών των ιδιωτικών
    αιτιατική τους ιδιωτικούς τις ιδιωτικές τα ιδιωτικά
     κλητική ιδιωτικοί ιδιωτικές ιδιωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδιωτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιδιωτικός

  1. σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου
    ιδιωτική ζωή
     συνώνυμα: προσωπικός
  2. που ανήκει σε και διευθύνεται από έναν ιδιώτη επιχειρηματία και όχι από το δημόσιο
    ιδιωτικό σχολείο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία