Κολεγιοπαις

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολέγιο κολέγια
γενική κολεγίου κολεγίων
αιτιατική κολέγιο κολέγια
κλητική κολέγιο κολέγια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολέγιο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κολέγιο ουδέτερο

  1. ονομασία για ορισμένα ιδιωτικά σχολεία
  2. (μεταφορικά) σχολείο πολύ καλά οργανωμένο, του οποίου οι μαθητές έχουν υψηλές επιδόσεις
  3. εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις αγγλοσαξωνικές χώρες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία