Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σχολείο τα σχολεία
      γενική του σχολείου των σχολείων
    αιτιατική το σχολείο τα σχολεία
     κλητική σχολείο σχολεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχολείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολεῖον < αρχαία ελληνική σχολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵhe- / *sǵhē- (συγγενές με το αρχαία ελληνική ἔχω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sxoˈli.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σχο‐λεί‐ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχολείο ουδέτερο

  1. (εκπαίδευση) εκπαιδευτικός θεσμός με σκοπό την παροχή μόρφωσης στα παιδιά μέσω της συστηματικής διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων
  2. μία συγκεκριμένη σχολική μονάδα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στεγάζεται σε δικό της κτήριο (ή συστεγάζεται με άλλες) και έχει δική της διεύθυνση και διδακτικό προσωπικό
  3. το κτίριο που στεγάζει μια σχολική μονάδα
  4. ο χρόνος κατά τον οποίο κάποιος, μαθητής ή εκπαιδευτικός, διδάσκει ή παρακολουθεί μαθήματα
  5. (μεταφορικά) οτιδήποτε προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες και διδάγματα
    το μεγάλύτερο σχολείο είναι η ίδια η ζωή

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία