Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχολάρχης < σχολείο + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχολάρχης αρσενικό

  1. υπεύθυνος / διευθυντής σχολείου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία