Δείτε επίσης: έχω

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἔχω   ἔχομαι 
Παρατατικός  εἶχον   εἰχόμην 
Μέλλοντας  ἕξω, σχήσω   ἕξομαι, σχήσομαι & σχεθήσομαι 
Αόριστος  ἔσχον   ἐσχόμην, ἠνεξάμην & ἐσχέθην 
Παρακείμενος  ἔσχηκα   ἔσχημαι 
Υπερσυντέλικος  ἐσχήκειν   ἐσχήμην 
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seǵʰ-. Στον μέλλοντα το -σ- του θέματος τρέπεται σε δασεία ενώ ο ενεστώτας παραμένει ψιλούμενος επειδή στο ενεστωτικό θέμα ακολουθεί το δασύ -χ-

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἔχω

  1. έχω, κρατώ, αποκτώ, κατέχω, διαθέτω
    ἔχειν χρέα (το να έχεις χρέη)
    εἶχε Ἀττικὰς δραχμὰς δέκα
    οἵ τι ἔχοντες (αυτοί που "τα έχουν", οι έχοντες περιουσία) / ἔχων (ο πλούσιος)/ οἱ οὐκ ἔχοντες (οι φτωχοί)
    περιπλώοντες τὴν Λιβύην τὸν ἥλιον ἔσχον ἐς τὰ δεξιά (είχαν τον ήλιο στα δεξιά)
    ἡσυχίαν, πόνον, φροντίδα, ἕξειν
    χοῖρος ἔχων τὸ ὕψος δύο καὶ ἡμίσους πήχεων
    ὅς οἱ χρήματα πολλὰ εἰς ἐνιαυτὸν εἶχε βίῃ. (που είχε παρακρατήσει για ένα χρόνο πολλά χρήματα δια της βίας)
  2. ελέγχω
    διαιτητῶν ἐχόντων τὰς δίκας (οι διαιτητές κρίνουν τη δίκη) / ἔχει τὸ δεξιόν (ελέγχει το δεξιό κέρας στη μάχη)
  3. κρατώ, πιάνω
    χειρὸς ἔχων Μενέλαον (κρατώντας τον από το χέρι)
    ἐπ᾽ ἀριστερὰ ἔχε (τι) (κράτα το με το αριστερό)
  4. αντιμετωπίζω, θεωρώ, διάκειμαι
    εὖ ἔχω τινός (βλέπω θετικά κάτι)
  5. συγκρατώ, περιέχω
    σάρκας τε καὶ ὀστέα ἶνες ἔχουσι
  6. (ως αμετάβατο και ως απρόσωπο) είμαι, παραμένω, ούτως εχόντων (εννοείται των πραγμάτων)
    ἕξω δ᾽ ὡς ὅτε τις στερεὴ λίθος (θα μείνω ακίνητος σαν αμετακίνητος βράχος)
    εὖ ἔχει / καλῶς ἔχει / κακῶς ἔχει / οὕτως ἔχει ("έχει καλώς"/ κακώς και "έτσι έχουν τα πραγματα")
    σχήσειν καλῶς (θα πάνε καλά τα πράγματα, θα υπάρξει καλή έκβαση)
    ἔχε δή (συγκρατήσου, κρατήσου)
  7. (στη μέση φωνή ἔχομαι)
    1. (+ γενική πτώση) ακολουθώ, πλησιάζω
    2. (για χώρες, για λαούς) συνορεύω, προσεγγίζω
  8. (δείτε επίσης τα σύνθετά του) η σημασία διαφοροποιείται ανάλογα με την πρόθεση και τη σύνταξη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

με ἐχ-, ἐξ-

με σχ-

επίσης

ΣύνθεταΕπεξεργασία

σύνθετα του ρήματος

επίσης, ενδεικτικά

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία