Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἕξις ἕξει ἕξεις
Γενική ἕξεως ἑξέοιν ἕξεων
Δοτική ἕξει ἑξέοιν ἕξεσι(ν)
Αιτιατική ἕξιν ἕξει ἕξεις
Κλητική ἕξι ἕξει ἕξεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἕξις < ἔχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἕξις θηλυκό (γενική: ἕξεως)

  1. η κατοχή, το να έχεις κάτι δικό σου
  2. η συνήθεια, η έξη, εκείνο που αποκτάται από τη συνεχή εξάσκηση ή άσκηση επί αυτού και το οποίο κάποιος δεν έχει εκ γενετής
  3. επιδεξιότητα
  4. κατάσταση του μυαλού ή της ψυχής, στάση ζωής
    καὶ ὅλη ἡ ψυχὴ εἰς τὴν βελτίστην φύσιν καθισταμένη τιμιωτέραν ἕξιν λαμβάνει
  5. (ιατρικά) ο οργανισμός, το σύστημα του οργανισμού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία